Χθες στη Θεσσαλονίκη παρακολουθήσαμε κάτι που έμοιαζε περισσότερο με επιστροφή στο παρελθόν παρά με σχέδιο για το μέλλον.

Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε ένα πακέτο δεκάδων υποσχέσεων: κατώτατος μισθός στα 1.000 ευρώ, αυξήσεις σε γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς, 500 ευρώ τον μήνα σε φοιτητές, μείωση ΦΠΑ, δωρεάν μετακινήσεις, 50.000 κατοικίες και μια σειρά φορολογικών ελαφρύνσεων.
Όλα αυτά ακούγονται ωραία. Όμως, μπορώ να έχω λίγο τον λογαριασμό; (Που λέει και το άσμα της Κατερίνας Λιόλιου).
Το πρόβλημα λοιπόν αρχίζει όταν έρχεται ο λογαριασμός.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης. Πάμε να δούμε τα 7 + 1 σημεία των παροχών που ακούσαμε.

1. «500 ευρώ αύξηση σε γιατρούς και νοσηλευτές»
Η εξαγγελία ακούγεται εντυπωσιακή. Η κοστολόγηση όμως που έδωσαν κυβερνητικές πηγές υπολογίζει περίπου 630 εκατ. ευρώ ετησίως, για περίπου 86.881 εργαζόμενους σε υγεία και παραϊατρικό προσωπικό. (ΤΟ ΒΗΜΑ)
Κανείς δεν διαφωνεί ότι το ΕΣΥ χρειάζεται καλύτερες αμοιβές.
Η ερώτηση όμως είναι απλή: πού βρίσκονται τα χρήματα;
Γιατί υπεύθυνη πολιτική δεν είναι να λες «+500 ευρώ». Υπεύθυνη πολιτική είναι να εξηγείς πώς θα χρηματοδοτηθεί η μόνιμη ετήσια δαπάνη.

2. «300 ευρώ αύξηση στους εκπαιδευτικούς»
Ακόμη μία εξαγγελία που δύσκολα μπορεί κανείς να απορρίψει ως στόχο.
Όμως μιλάμε, σύμφωνα με την κυβερνητική αποτίμηση, για περίπου 800 εκατ. ευρώ τον χρόνο, ενώ η εξαγγελία για επιπλέον 30.000 εκπαιδευτικούς προσθέτει περίπου 570 εκατ. ευρώ ετησίως.
Δηλαδή σχεδόν 1,4 δισ. ευρώ κάθε χρόνο μόνο από αυτές τις δύο δεσμεύσεις.
Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι μόνιμη δημοσιονομική υποχρέωση.

3. «500 ευρώ τον μήνα σε 80.000 φοιτητές»
Εδώ η αριθμητική είναι ακόμη πιο απλή.
500 ευρώ × 10 μήνες × 80.000 φοιτητές = 400 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Αυτό ακριβώς είναι και το ποσό που περιλαμβάνεται στην κυβερνητική κοστολόγηση.
Η στήριξη των φοιτητών και της περιφέρειας είναι απολύτως αναγκαία.
Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μια στοχευμένη στεγαστική πολιτική και σε μια οριζόντια υπόσχεση εκατοντάδων εκατομμυρίων χωρίς σαφή απάντηση για τη μόνιμη χρηματοδότησή της.

4. «ΦΠΑ 6% στα βασικά είδη»
Μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα και στα είδη υγιεινής.
Ποιος δεν θα ήθελε να πληρώνει λιγότερα;
Το ερώτημα όμως είναι τι σημαίνει αυτό για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η κυβερνητική κοστολόγηση τοποθετεί την απώλεια εσόδων περίπου στα 1,8 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Και εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα που δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα σύνθημα:
Αν μειώνονται οι φόροι κατά 1,8 δισ., από πού αναπληρώνονται τα έσοδα;

5. «50.000 προσιτές κατοικίες»
Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση.
Ο Τσίπρας μίλησε για 50.000 κατοικίες μέσα σε τέσσερα χρόνια. (ProtoThema)
Η κυβερνητική κοστολόγηση υπολογίζει περίπου 1,5 δισ. ευρώ ετησίως, δηλαδή περίπου 6 δισ. ευρώ στην τετραετία.
Μάλιστα, κυβερνητική ανάλυση έφερε ως μέτρο σύγκρισης τις 2.750 κοινωνικές κατοικίες που σχεδιάζονται ήδη: με κόστος περίπου 420 εκατ. ευρώ, η αναγωγή στις 50.000 οδηγεί σε πολύ υψηλότερο συνολικό ποσό.
Άρα το ερώτημα παραμένει:
Πόσο πραγματικά κοστίζει το πρόγραμμα και ποιος ακριβώς θα το πληρώσει;

6. «Κατάργηση της προκαταβολής φόρου»
Για τις ατομικές επιχειρήσεις προβλέπεται κατάργηση της προκαταβολής φόρου, με κυβερνητική εκτίμηση για εφάπαξ δημοσιονομικό κόστος 800 εκατ. ευρώ.
Για τα νομικά πρόσωπα προβλέπεται μείωση της προκαταβολής από 80% σε 50%, με εκτιμώμενο εφάπαξ κόστος 2,1 δισ. ευρώ.
Αυτό είναι ένα ακόμη παράδειγμα του γιατί πρέπει να ξεχωρίζουμε τις πραγματικές φορολογικές ελαφρύνσεις από τις εξαγγελίες που παρουσιάζονται χωρίς πλήρη δημοσιονομική εικόνα.

7. «1,5 δισ. κάθε χρόνο για Ταμείο Σύγκλισης»
Άλλα 1,5 δισ. ευρώ ετησίως από το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, σύμφωνα με την κυβερνητική αποτίμηση.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες αντιφάσεις:
Τα ίδια χρήματα δεν μπορούν να παρουσιάζονται ταυτόχρονα ως διαθέσιμα για όλα.
Κάθε ευρώ που δαπανάται έχει κόστος ευκαιρίας. Και κάθε κυβέρνηση οφείλει να αποφασίζει πού θα κατευθύνει τους περιορισμένους πόρους.

8. «Δωρεάν μετακινήσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη»
Η εξαγγελία για δωρεάν εισιτήρια στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς για τους κατοίκους Αθήνας και Θεσσαλονίκης —με εξαίρεση τους τουρίστες— κοστολογείται περίπου στα 200 εκατ. ευρώ ετησίως.
Και πάλι το ερώτημα είναι:
Ποιος πληρώνει τελικά το εισιτήριο;
Γιατί δωρεάν για τον πολίτη δεν σημαίνει δωρεάν για το κράτος.

Και αυτά είναι μόνο όσα μπορούν να κοστολογηθούν
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι σύμφωνα με τις κυβερνητικές πηγές υπάρχουν και άλλες εξαγγελίες που δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί πλήρως: εγγυημένη ποσότητα ενέργειας σε προσιτή τιμή για κάθε νοικοκυριό, μεταφορικό ισοδύναμο, φροντίδα για ανθρώπους με άνοια, μηδενική συμμετοχή συνταξιούχων στα φάρμακα και άλλα μέτρα.
Γι' αυτό και η κυβερνητική εκτίμηση ανεβάζει τον λογαριασμό περίπου στα 13 δισ. ευρώ ετησίως.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική διαφορά
Η Νέα Δημοκρατία δεν λέει στους πολίτες ότι δεν πρέπει να ζητούν περισσότερα.
Λέει κάτι πολύ πιο απλό:
Να ζητάμε περισσότερα, αλλά να ξέρουμε πώς θα τα πληρώσουμε.
Γιατί η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά την πολιτική των υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα.
Δεν έχουμε ξεχάσει το 2015. Δεν έχουμε ξεχάσει την υπερφορολόγηση. Δεν έχουμε ξεχάσει τη μεσαία τάξη που πλήρωσε τον λογαριασμό. Και δεν έχουμε ξεχάσει πού μπορεί να οδηγήσει η δημοσιονομική ανευθυνότητα.
Σήμερα η χώρα έχει μεγαλύτερη αξιοπιστία, ισχυρότερη οικονομία και δημοσιονομικά περιθώρια που επιτρέπουν πραγματικές παρεμβάσεις.
Ακριβώς γι' αυτό δεν πρέπει να τα σπαταλήσουμε σε έναν νέο γύρο παροχολογίας.
Η Ελλάδα χρειάζεται μειώσεις φόρων που μπορούν να διατηρηθούν. Αυξήσεις μισθών που στηρίζονται στην ανάπτυξη. Στήριξη της οικογένειας. Στεγαστική πολιτική με πραγματικό σχέδιο. Επενδύσεις. Υποδομές. Ενίσχυση της περιφέρειας.
Και για εμάς στον Νομό Άρτας, αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο:
Δεν θέλουμε ένα κράτος που απλώς μοιράζει επιδόματα. Θέλουμε έναν τόπο που να δημιουργεί δουλειές, να προσελκύει επενδύσεις, να στηρίζει τον αγρότη, τον μικρομεσαίο και τον επαγγελματία και να δίνει στους νέους λόγο να μείνουν εδώ.
Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα.
Παροχές χωρίς λογαριασμό ή ανάπτυξη με σχέδιο;
Εύκολες υποσχέσεις ή δύσκολες αποφάσεις;
Επιστροφή στο χθες ή συνέχεια της προσπάθειας για μια ισχυρότερη Ελλάδα;
Για εμάς η απάντηση είναι ξεκάθαρη.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο ένα «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης». Χρειάζεται σοβαρότητα, σχέδιο και κυβέρνηση που να ξέρει όχι μόνο τι θέλει να δώσει, αλλά και πώς θα το χρηματοδοτήσει.
Και αυτό είναι που πρέπει να υπερασπιστούμε ως Νέα Δημοκρατία.
Δεν θα επιτρέψουμε να ξαναπληρώσει ο ελληνικός λαός τον λογαριασμό των εύκολων υποσχέσεων του κυρίου Τσίπρα ή του κάθε κυρίου πολιτικάντη που θέλει να παίξει παιχνίδια στην πλάτη των πολιτών.
Η Ελλάδα του 2026 δεν γυρίζει πίσω.

 

Γιάννης Κίτσος

Μέλος & Συντονιστής της Νομαρχιακής

Νέας Δημοκρατίας Νομού Άρτας

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΡΘΡΩΝ

Go to top