
Σε λίγους μήνες οι πολίτες θα κληθούν στις κάλπες για να επιλέξουν εκείνους που θα διαχειριστούν τις τύχες της χώρας για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Πρόκειται για την κορυφαία στιγμή της δημοκρατικής λειτουργίας και γι’ αυτό οι επιλογές δεν πρέπει να είναι προϊόν οργής, αγανάκτησης ή διάθεσης τιμωρίας.
Οι εκλογές δεν προσφέρονται για εύκολα συνθήματα, ούτε για μοίρασμα φρούδων ελπίδων και ανέξοδων υποσχέσεων. Οι δυνατότητες επιλογής είναι πολλές και καλύπτουν σχεδόν κάθε πολιτική και ιδεολογική προσέγγιση. Όποιος δεν εκφράζεται από καμία, έχει τη δυνατότητα του λευκού ή του άκυρου. Η αποχή, όμως, δεν αποτελεί υπεύθυνη στάση. Όπως έλεγε και ο αείμνηστος Μένιος Κουτσόγιωργας, όποιος απέχει από τη δημοκρατική διαδικασία δύσκολα δικαιούται να διαμαρτύρεται για τα αποτελέσματά της.
Εμείς, ως πολίτες που προβληματιζόμαστε για το παρόν και το μέλλον του τόπου, δεν αξιολογούμε μόνο τα κόμματα. Αξιολογούμε και τα πρόσωπα. Αξιολογούμε εκείνους που θα μας εκπροσωπήσουν στην επόμενη Βουλή των Ελλήνων. Και για να φτάσουμε εκεί, οφείλουμε να εξετάσουμε και την πορεία των βουλευτών που εκπροσώπησαν την Άρτα τα τελευταία χρόνια.
Ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες της κοινωνίας; Υπηρέτησαν με συνέπεια τον θεσμικό τους ρόλο; Τίμησαν την εντολή των πολιτών; Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση.
Όποια κι αν είναι η τελική επιλογή του καθενός, ορισμένες αλήθειες δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Και μία από αυτές είναι ότι οι δύο βασικοί κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι της Άρτας την τελευταία δεκατετραετία, ο Γιώργος Στύλιος και η Όλγα Γεροβασίλη, δίδαξαν πολιτικό πολιτισμό και κοινοβουλευτικό ήθος.
Σε όλη τη δημόσια διαδρομή τους, εντός και εκτός Βουλής, στα τηλεοπτικά πάνελ, στις πολιτικές αντιπαραθέσεις και στις δημόσιες εκδηλώσεις, απέφυγαν τις ακρότητες και αντιστάθηκαν στις διάφορες εκφάνσεις του λαϊκισμού και της τοξικότητας που συχνά δηλητηριάζουν τον δημόσιο διάλογο.
Ο Γιώργος Στύλιος υπήρξε εισηγητής πολλών νομοσχεδίων, εμφανιζόταν πάντοτε προετοιμασμένος στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και σπάνια βρέθηκε αντιμέτωπος με σοβαρές ενστάσεις για την τεκμηρίωση των θέσεών του. Η κοινοβουλευτική του παρουσία χαρακτηρίστηκε από συνέπεια, γνώση των θεμάτων και θεσμική σοβαρότητα.
Από την άλλη πλευρά, η Όλγα Γεροβασίλη, ως Αντιπρόεδρος της Βουλής, διηύθυνε τις συνεδριάσεις με τρόπο που ενέπνεε εμπιστοσύνη και σεβασμό. Η παρουσία της στο Προεδρείο χαρακτηρίστηκε από ψυχραιμία, αμεροληψία και προσήλωση στους κανόνες της κοινοβουλευτικής λειτουργίας, χωρίς να αφήνει περιθώρια για εκτροχιασμούς και άγονες εντάσεις.
Και οι δύο κατέχουν σήμερα εξέχουσα θέση στους πολιτικούς τους χώρους. Δεν βρέθηκαν εκεί από συγκυρίες ούτε από κομματικούς μηχανισμούς. Η διαδρομή τους οικοδομήθηκε μέσα από χρόνια πολιτικής παρουσίας, δουλειάς και αξιολόγησης.
Με την ίδια ειλικρίνεια πρέπει να αναγνωριστεί ότι και οι προηγούμενοι βουλευτές της Άρτας πορεύθηκαν, κατά κανόνα, με ήθος, αξιοπρέπεια και σεβασμό προς τον θεσμικό τους ρόλο. Άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, όλοι τους προσπάθησαν να προσφέρουν στον τόπο με τις δικές τους δυνατότητες και τα δικά τους μέσα.
Ωστόσο, η γενικότερη εικόνα της σημερινής κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης της Άρτας δικαιούται, κατά την άποψή μας, μια ιδιαίτερα θετική αποτίμηση. Χωρίς υπερβολές, οι εκπρόσωποί μας κατάφεραν να διατηρήσουν ένα επίπεδο πολιτικού πολιτισμού που σπανίζει στις μέρες μας.
Γνωρίζουμε ότι οι παραπάνω εκτιμήσεις θα προκαλέσουν αντιδράσεις και αντίλογο. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό και αναμενόμενο. Η δημοκρατία άλλωστε τρέφεται από τη διαφορετική άποψη και τον γόνιμο διάλογο.
Η δική μας κρίση είναι αυτή που καταθέτουμε δημόσια. Με την ίδια διάθεση, όμως, είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε και όσους διαφωνούν, αρκεί η διαφωνία να στηρίζεται σε επιχειρήματα, γεγονότα και αλήθειες. Γιατί τελικά αυτό είναι το πραγματικό μέτρο του πολιτικού πολιτισμού.
«Π»