Η σκανδαλολογία ήταν, είναι και θα παραμείνει πεδίο δόξης λαμπρό για το σύνολο σχεδόν των κομμάτων της χώρας.

Οι κατά καιρούς αναφορές σε σκάνδαλα έχουν συνήθως την ίδια αφετηρία και τον ίδιο στόχο: Την πολιτική εκμετάλλευση και τη φθορά του αντιπάλου. Αποτελούν το ψωμοτύρι των πολιτικών αντιπαραθέσεων και, όταν κάποιο σκάνδαλο έρχεται στην επιφάνεια, όλοι πέφτουν από τα σύννεφα. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση ανταγωνίζονται στο ποιος θα εμφανιστεί περισσότερο έκπληκτος.

Σκάνδαλα υπάρχουν από συστάσεως του ελληνικού κράτους. Με ένα και μοναδικό αντικείμενο: Τις αρπαχτές. Όπου υπήρχε χρήμα, επιδοτήσεις, έργα ή δημόσια περιουσία, εμφανίζονταν και οι πρόθυμοι να βάλουν το χέρι στο μέλι. Και αυτά τα σκάνδαλα αναπτύσσονταν οριζόντια, κάθετα και κυρίως πλαγίως, σε γνώση όχι μόνο της κεντρικής εξουσίας αλλά συχνά ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Όλοι, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, έκαναν τα στραβά μάτια. Και πολλοί, φορώντας τον μανδύα του δημόσιου συμφέροντος, βούταγαν στο μέλι σαν τις μύγες.

Στην Άρτα δεν μείναμε ποτέ αμέτοχοι σε αυτό το εθνικό «άθλημα». Αρκεί να θυμηθούμε ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Αμερικανοί έστειλαν στην Ελλάδα τεράστια ανθρωπιστική και οικονομική βοήθεια μέσω της UNRRA και αργότερα του Σχεδίου Μάρσαλ. Τρόφιμα, ρούχα, ζώα, ζωοτροφές, άλογα, κάρα και κάθε λογής εφόδια προορίζονταν για έναν λαό που προσπαθούσε να επιβιώσει. Μεγάλο μέρος αυτής της βοήθειας, όμως, δεν έφτασε ποτέ στους πραγματικούς δικαιούχους. Οι τότε κοινοτάρχες και τοπικοί παράγοντες, που είχαν την ευθύνη της διανομής, φρόντισαν να εξυπηρετήσουν πρώτα τους εαυτούς τους και τους ημετέρους. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μέσα σε λίγα χρόνια απέκτησαν κινητή και ακίνητη περιουσία που δεν δικαιολογούνταν από τα εισοδήματά τους.

Λίγο αργότερα ξεκίνησε η ανοικοδόμηση της χώρας. Δρόμοι, σχολεία, δημόσια κτίρια, ηλεκτροδοτήσεις, υδρεύσεις, πλατείες και δεκάδες άλλα έργα. Η Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Όμως, σε πολλές περιπτώσεις, σημαντικό μέρος των χρημάτων κατέληγε στις τσέπες επιτηδείων. Έργα ξεκινούσαν και δεν ολοκληρώνονταν ποτέ, εργολαβίες δίνονταν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και το δημόσιο χρήμα γινόταν αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Την ίδια περίοδο, δημόσιες και δημοτικές εκτάσεις καταπατούνταν συστηματικά χωρίς κανένα ουσιαστικό εμπόδιο. Οι πολεοδομίες μοίραζαν οικοδομικές άδειες αφειδώς, πολλές φορές ακόμη και σε αμφισβητούμενες ή καταπατημένες εκτάσεις. Όπου δεν υπήρχε άδεια, υπήρχε η ανοχή. Πολεοδομίες, χωροφυλακή, δήμοι και κοινότητες συνυπήρχαν συχνά σε ένα καθεστώς σιωπηλής συνενοχής.

Στα χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου δημιουργήθηκαν αγροτικοί συνεταιρισμοί σχεδόν σε κάθε χωριό της Άρτας, με το επιχείρημα ότι θα χτυπούσαν τους μεσάζοντες και θα ενίσχυαν τον αγρότη. Οι περισσότεροι κατέληξαν χρεοκοπημένοι. Τα χρέη έμειναν στους συνεταιρισμούς και στους φορολογούμενους, ενώ αρκετοί από όσους διοίκησαν αυτές τις δομές βγήκαν κερδισμένοι. Τιμωρήθηκε κανείς; Η απάντηση είναι γνωστή.

Στη συνέχεια ήρθαν τα πρώτα μεγάλα αναπτυξιακά προγράμματα της τότε ΕΟΚ. Ιχθυοκαλλιέργειες, επενδυτικά σχέδια και επιδοτήσεις εκατομμυρίων δραχμών. Στην Άρτα χρηματοδοτήθηκαν περίπου δεκαπέντε μονάδες. Μόνο δύο κατάφεραν να έχουν συνέχεια και πραγματική παραγωγική παρουσία. Οι περισσότερες έκλεισαν μόλις ολοκληρώθηκε η εκταμίευση των επιδοτήσεων.

Την ίδια ώρα, τα φιλέτα γης περνούσαν στα χέρια λίγων. Καταπατήσεις, αμφισβητούμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας και μεταβιβάσεις που έγιναν κάτω από τη μύτη των αρμοδίων αρχών δημιούργησαν περιουσίες που διατηρούνται μέχρι σήμερα.

Σε επίπεδο νομού λειτουργούσαν επίσης περίπου δέκα αναγκαστικοί συνεταιρισμοί δασών και βοσκοτόπων. Διαχειρίζονταν τεράστιες εκτάσεις, σημαντικές περιουσίες και μεγάλα έσοδα. Σήμερα οι περισσότεροι είναι διαλυμένοι ή λεηλατημένοι, αφήνοντας πίσω τους περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.

Γι’ αυτό, όταν σήμερα συζητάμε για ΟΠΕΚΕΠΕ, πολεοδομίες και κάθε λογής σύγχρονες υποθέσεις που μονοπωλούν την επικαιρότητα, καλό είναι να θυμόμαστε και την ιστορική διάσταση του φαινομένου. Όχι για να δικαιολογήσουμε τα σημερινά, αλλά για να αντιληφθούμε ότι η διαφθορά δεν γεννήθηκε χθες. Αντίθετα, έχει βαθιές ρίζες. Και πολλές φορές, μπροστά σε όσα προηγήθηκαν, τα σημερινά μοιάζουν με πταίσματα. Γιατί πριν από αυτά είχαν προηγηθεί κανονικά κακουργήματα.

 

«Π»