Του Χαράλαμπου Κουτσούκη

Η κλιματική αλλαγή είναι γεγονός και τα αποτελέσματά της είναι πλέον εμφανή. Μία από τις καταστροφικές της συνέπειες είναι και η αύξηση των πυρκαγιών.

Στα μεσογειακά οικοσυστήματα η φωτιά είναι ένα φυσικό φαινόμενο, απαραίτητο για τη λειτουργία τους. Όμως, τα τελευταία χρόνια, λόγω της αλλαγής του κλίματος (αύξηση θερμοκρασίας - μείωση βροχοπτώσεων), οι πυρκαγιές εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα αλλά και ένταση.

Για να δημιουργηθεί μια πυρκαγιά χρειάζεται καύσιμη ύλη, θερμότητα και οξυγόνο, ενώ για να σβήσει πρέπει η αλυσίδα αυτή να «σπάσει». Η καύσιμη ύλη (βιομάζα) είναι ο μοναδικός κρίκος της αλυσίδας που μπορεί να «ελεγχθεί». Ως εκ τούτου, για την πρόληψη ή και τον περιορισμό των πυρκαγιών, σε οποιοδήποτε οικοσύστημα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η διαχείριση της καύσιμης ύλης.
Στις βοσκήσιμες εκτάσεις, η μείωση της καύσιμης ύλης (βιομάζα) μπορεί να επιτευχθεί, κυρίως, μέσω της βόσκησης των ζώων. Με την ορθολογική βόσκηση, η βιομάζα (βοσκήσιμη ύλη) αφενός μεν καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες των ζώων, αφετέρου δε συμβάλλει στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Ήδη σε πολλές χώρες, η βόσκηση χρησιμοποιείται ως μέτρο πρόληψης των πυρκαγιών.
Στην Ήπειρο, οι βοσκήσιμες εκτάσεις καλύπτουν περίπου το 51,6% της συνολικής της έκτασης (4.752.200 στρέμματα).Οι εκτάσεις αυτές παρουσιάζουν ιδιαίτερη αξία, καθώς προσφέρουν υψηλής ποιότητας βοσκήσιμη ύλη στα αγροτικά ζώα, κυρίως στα αιγοπρόβατα και στις αγελάδες ελευθέρας βοσκής. Ο προσανατολισμός, το έντονο ανάγλυφο που δημιουργείται από τα βουνά και το πλήθος των μικροκλιμάτων που δημιουργούνται συντελούν στο να διαθέτουν τα λιβάδια αυτά μια πλούσια χλωρίδα, προσδίδοντας στο γάλα και στο κρέας των ζώων που τη βόσκουν, ιδιαίτερα ποιοτικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά.
Η διατήρηση της εκτατικής κτηνοτροφίας στην Ήπειρο είναι μείζονος σημασίας, καθώς α) το γάλα και τα υποπροϊόντα του αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της τοπικής οικονομίας και ιδιαίτερα των ορεινών περιοχών, β) η ορθολογική βόσκηση συμβάλλει στη διατήρηση της βιοποικιλότητας αλλά και στην προστασία των βοσκήσιμων εκτάσεων από τις πυρκαγιές και γ) οι κτηνοτρόφοι, ως κοινωνική ομάδα διατηρούν την ύπαιθρο «ζωντανή».
Τα τελευταία χρόνια, όπως σχεδόν σε όλη τη χώρα, έτσι και στην Ήπειρο παρατηρείται μείωση της κτηνοτροφίας και ιδιαίτερα της εκτατικής. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση βιομάζας στις βοσκήσιμες εκτάσεις, που σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες και τις χαμηλές βροχοπτώσεις δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για εκδήλωση πυρκαγιών. Τον Αύγουστο του έτους 2025, σε περιοχές των Δήμων Αρταίων και Ζηρού εκδηλώθηκε μια από τις μεγαλύτερες πυρκαγιές της χώρας, καίγοντας αρκετές χιλιάδες στρέμματα βοσκήσιμων εκτάσεων, μεγάλο αριθμό ζώων, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, αλλά και σπίτια.
Στα θαμνολίβαδα και φρυγανολίβαδα του λόφου Περάνθης, τα τελευταία χρόνια βόσκουν περίπου 400 γίδια, 100 πρόβατα και 70 βοοειδή, αριθμός ζώων πολύ μικρός για να καταναλώσει τη βοσκήσιμη ύλη που παράγεται στα εν λόγω λιβάδια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα βοσκήσιμη ύλη (καύσιμη ύλη) να συσσωρεύεται στο έδαφος, η δομή των λιβαδιών αρχίζει να αλλάζει και ποώδη φυτά να αντικαθίστανται από ξυλώδη. Τα ως άνω λιβάδια χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, καθώς αποτελούν συνέχεια του πευκοδάσους που βρίσκεται περιμετρικά της πόλης της Άρτας. Η ορθολογική βόσκηση κρίνεται απαραίτητη για την προστασία του οικοσυστήματος.
Η προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες είναι απαραίτητη.
Η πολιτεία χορηγεί μεγάλα κονδύλια για δράσεις πυροπροστασίας. Η βόσκηση, ως μέτρο πρόληψης των πυρκαγιών, είναι ένα μέτρο οικονομικό, οικολογικό και κυρίως αποτελεσματικό. Ενδεικτικά, ένα εκτάριο βοσκήσιμης έκτασης με ετησία παραγωγή βοσκήσιμης ύλης2.000 κιλών καλύπτει τις ανάγκες συντήρησης45 ζώων βάρους 50 κιλών το καθένα, για ένα μήνα. Στην ίδια έκταση, αν δεν υπάρξει βόσκηση, η απομάκρυνση της βοσκήσιμης ύλης με τεχνητά μέσα, αν είναι εφικτή η πρόσβασή τους, απαιτεί υψηλό κοστολόγιο.
Σε περιοχές που έβοσκαν ζώα, κυρίως γίδια, δεν παρατηρήθηκαν πυρκαγιές.
Η χρησιμοποίηση της βόσκησης ως «εργαλείο» πρόληψης των πυρκαγιών, θα ενισχύσει και την εκτατική κτηνοτροφία που τείνει να εξαφανιστεί.


Δρ. Χαράλαμπος Κουτσούκης
ΕΔΙΠ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Τμήμα Γεωπονίας, Άρτα