

Ένας χρόνος.
Και ακόμη, η απουσία δεν έμαθε να χωράει σε λέξεις.
Την 1η Φεβρουαρίου 2025 έφυγε ο Λάμπρος Ρίζος. Και λίγο αργότερα, σαν να μην άντεξε το κενό, έφυγε και η Σόνια. Δύο απώλειες που δεν μέτρησαν με τον χρόνο, αλλά με τη σιωπή που άφησαν πίσω τους.
Σήμερα τελούνται τα μνημόσυνά τους. Το ετήσιο του Λάμπρου και το 40ήμερο της Σόνιας.
Κι όμως, τίποτα δεν μοιάζει τυπικό. Γιατί όταν χάνεις ανθρώπους που αγάπησες, κάθε μνήμη γίνεται προσευχή.
Ο Λάμπρος και οι αδελφές του ήταν άνθρωποι που δεν μιλούσαν για όσα έκαναν. Τα έκαναν. Με έναν τρόπο ήσυχο, σχεδόν αόρατο. Συμπόνια, αλληλεγγύη, φροντίδα. Όχι ως ρόλο. Ως στάση ζωής.
Δεν ειπώθηκαν ποτέ όλα γι’ αυτή την πλευρά τους.
Ίσως γιατί δεν τους άρεσαν τα πολλά λόγια.
Ίσως γιατί πίστευαν πως το καλό δεν χρειάζεται μάρτυρες.
Για τον Λάμπρο, όμως, νιώθω την ανάγκη να πω κάτι ακόμη.
Όχι για να τον περιγράψω. Δεν περιγράφεται.
Αλλά για να μην σωπάσω.
Για μένα δεν ήταν απλώς φίλος. Ήταν ένας άνθρωπος που σου θύμιζε πώς πρέπει να στέκεσαι απέναντι στους άλλους. Που σε έκανε να ντρέπεσαι, με την καλή έννοια, όταν παραπονιόσουν. Που έδινε χωρίς να μετράει και άκουγε χωρίς να διακόπτει.
Ασχολήθηκε με την πολιτική όχι για να υπάρξει, αλλά γιατί υπήρχε ήδη ως άνθρωπος. Και ό,τι έκανε, το έκανε καθαρά. Χωρίς δεύτερες σκέψεις. Χωρίς μικρούς υπολογισμούς. Με ευθύνη και με ήθος.
Στο πέρασμά του άφησε κάτι σπάνιο: εμπιστοσύνη.
Τον πίστευες. Και δεν σε διέψευδε.
Η αρχοντιά του δεν ήταν επιδεικτική. Ήταν φυσική. Και η ταπεινότητά του δεν ήταν ρόλος. Ήταν χαρακτήρας. Έδινε χώρο στους άλλους, ακόμη κι όταν ο ίδιος μπορούσε να σταθεί μπροστά.
Ένας χρόνος χωρίς τον Λάμπρο.
Χωρίς εκείνη τη σιγουριά ότι υπάρχει κάποιος να πάρει τηλέφωνο.
Χωρίς τη φωνή που δεν ύψωνε τον τόνο, αλλά έφτανε βαθιά.
Κι όμως, δεν έφυγε στ’ αλήθεια.
Ζει στις ιστορίες που λέγονται χαμηλόφωνα.
Στις σιωπές που τον θυμούνται.
Στον τρόπο που κάποιοι άνθρωποι συνεχίζουν να φέρονται καλύτερα, επειδή τον γνώρισαν.
Κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν.
Απλώς αλλάζουν τρόπο παρουσίας.
Ο Λάμπρος είναι ένας από αυτούς.
Αξέχαστος.
Όχι γιατί μιλάμε γι’ αυτόν.
Αλλά γιατί, χωρίς να το ξέρουμε, συνεχίζουμε να περπατάμε λίγο πιο ίσια εξαιτίας του.
Λ.Σ.